Στήν Ἤπειρο, λοιπόν, στήν ἀρχαία Κασσιώπη, καλοκαίρι τοῦ 2000, τό πρωινό μίας καθημερινῆς ἡμέρας. Ἀπόλυτη ἡσυχία, κανείς ἄλλος στόν τόπο αὐτόν. Μόνο ὁ εὐγενικός, ντόπιος φύλακας καί ξεναγός συνάμα, τῆς Κασσιώπης. Ἀπό μόνος του προσφέρθηκε νά μᾶς ἀκολουθήσει στήν βόλτα μας μέσα στόν ἀρχαιολογικό χῶρο καί ἄρχισε νά μᾶς λέει τίς ἱστορίες τῆς πόλης αὐτῆς. Μέ ἕνα ὑπέροχο, ἁπλό τρόπο, σάν παραμύθι ἀλλά καί σάν νά περιγράφει τίς δομές καί τήν καθημερινότητα μίας σύγχρονης σημερινῆς κοινωνίας. Ἡ προφορά του, τόσο βαρειά καί δύσκολη γιά τά «πολιτισμένα» μας αὐτιά, σιγά σιγά ἄρχισε νά δένει μέ τίς εἰκόνες, μέ τό περιβάλλον, μέ τόν ὁρίζοντα τῆς θάλασσας καί μέ τούς τραχεῖς ἀρχαίους δρόμους.
Ἡ διήγηση του ἦταν ἀνεπιτήδευτη, ὁ λόγος του χωρίς ἐπιστημοσύνες καί βαρύγδουπες λέξεις πού θαρρεῖς ὅτι ὑπάρχουν μόνο γιά νά θυμίζουν ὅτι μιλᾶς γιά τό παρελθόν…
Πιάσαμε κουβέντα λοιπόν, καί περπατούσαμε ἀνάμεσα στά ἐρείπια σάν νά κάναμε τόν ἀπογευματινό μας περίπατο σέ αὐτήν τήν ἴδια πόλη πρίν χίλια τόσα χρόνια…
Οἱ πέτρες ἔγιναν παγκάκια λεπτεπίλεπτα, τά ἐρείπια πῆραν χρῶμα καί χτίσανε διώροφα κτίρια, οἱ τρύπες στό χῶμα γέμισαν τρεχούμενο νερό, οἱ τετράγωνοι διάσπαρτοι λαξεμένοι βράχοι δέχθηκαν τό βάρος ἀπό ἀγάλματα καί ρήτορες, στήν ἄκρη ἀπό τά στενά σοκάκια προβάλλανε φιγοῦρες παιδιῶν πού παίζανε καί ὁ ἄνεμος ἀπό τήν θάλασσα ἔφερνε ψιθύρους γιά τό τεράστιο στράτευμα τοῦ ἐχθροῦ πού πλησιάζει ἀπειλητικά…
Ἀνεβήκαμε μέχρι τό θέατρο χωρίς νά τό καταλάβουμε, δέν διψάσαμε, δέν κουραστήκαμε.
Εἴδαμε τήν πόλη ἀπό κάτω ζωντανή, ἀκούγαμε τούς ἤχους της, οἱ παχειές λέξεις τοῦ ξεναγοῦ μας δέν θά μποροῦσαν νά εἶναι ἀλλιῶς ἐδῶ πάνω, ἔτσι μιλοῦσαν ἐδῶ καί πρίν χίλια τόσα χρόνια…
Ἕνα ἥσυχο καί ζεστό μεσημέρι, χωρίς ξένους πολλούς, μέ ἕναν ντόπιο ξεναγό πού ἔλεγε τόσο ἁπλά καί τόσο ὄμορφα τίς ἱστορίες του, καταλάβαμε γιατί τό Ἀρχαῖο δέν πρέπει νά θεωρεῖται τουριστικό…
Καταλάβαμε ἐπίσης γιατί οἱ γυάλινες προσόψεις, οἱ ντιζαϊνάτες ἐπεξηγηματικές ἐπιγραφές, οἱ τοῖχοι καί οἱ τέντες πού κρύβουν τόν Ἥλιο καί τόν Ἄνεμο καί τά γκρούπ τῶν τουριστῶν μέ τόν πολυδιαβασμένο καί πολύγλωσσο ξεναγό τους δέν ἀποτελοῦν μονόδρομο γιά τήν ἀνάδειξη τῆς ἱστορίας καί τῶν ἀποδείξεών της…
Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει σύνδεσμος ψυχικός μεταξύ του νέου καί τοῦ ἀποστειρωμένου.
Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει Ἔρωτας μεταξύ του ζωντανοῦ αἵματος καί τῆς ὀσμῆς ἀπό φορμόλη.
Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει συνέχεια ὅταν παρεμβάλλονται περιττές ἐπιστημοσύνες πού ἀφοροῦν τούς λίγους, γυάλινα χωρίσματα καί τείχη μεταξύ αὐτοῦ πού κάποτε Ἦταν καί αὐτοῦ πού τώρα Εἶναι…
Ἄν δέν ἀκουμπήσεις τό χῶμα, ἄν δέν χαϊδέψεις τό μάρμαρο, ἄν δέν μυρίσεις τήν αἰώνια ὑγρασία, ἄν δέν μιλήσεις ἁπλά καί ἀνθρώπινα καί ἄν δέν περπατήσεις ἀνάμεσα στίς πέτρες, στίς κολῶνες καί στά τείχη τά παλιά, δέν μπορεῖς νά βρεῖς καί νά ἀποχτήσεις τόν κρίκο πού πάντα θά ὑπάρχει ἀλλά και πού τόσο εὔκολα γλυστράει καί πού ἑνώνει τό Σήμερα μέ τό Χθές: ὅποιο καί ἄν εἶναι αὐτό τό Χθές, ὅτι καί ἄν σημαίνει «Σήμερα».
Κείμενο: dimdom



